Η επιβεβαίωση του αρραβώνα της Μαρίας Σάκκαρη με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον γιο του πρωθυπουργού της Ελλάδας Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Όχι μόνο γιατί η Σάκκαρη είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες Ελληνίδες αθλήτριες παγκοσμίως, αλλά γιατί το γεγονός αυτό αγγίζει μια ευαίσθητη πτυχή της ελληνικής κοινωνίας: τη λάμψη του αθλητισμού που τέμνεται με την πολιτική επιρροή.
Η Μαρία Σάκκαρη δεν είναι απλώς μια επιτυχημένη τενίστρια. Είναι ένα δημόσιο πρόσωπο με τεράστια απήχηση. Ένα πρότυπο για χιλιάδες νέους και νέες παγκοσμίως. Είναι μία αθλήτρια που έχει «χτίσει» την εικόνα της με σκληρή δουλειά, πειθαρχία, μόχθο, τραυματισμούς και πολλές διεθνείς διακρίσεις.
Είναι απολύτως φυσικό, λοιπόν, το κοινό που την ακολουθεί να ενδιαφέρεται και για τη ζωή της πέρα από τα courts.
Μέχρι που όμως, «επιτρέπεται» αυτό το ενδιαφέρον; Και πώς μεταφράζεται πολιτικά;
Όταν η προσωπική ζωή μιας τόσο προβεβλημένης αθλήτριας συνδέεται, έστω και έμμεσα, με τον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας, το γεγονός παύει να είναι απλώς lifestyle. Μετατρέπεται σε κοινωνικό σύμβολο. Ιδίως σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με βαθιά ριζωμένη καχυποψία απέναντι στις ελίτ, τέτοια σύμβολα δεν περνούν ποτέ «ουδέτερα».
Η συζήτηση γύρω από το δαχτυλίδι, την αξία του, την πολυτέλεια ή την εικόνα που εκπέμπει, στα μάτια μιας μερίδας του κοινωνικού συνόλου ίσως μοιάζει επιφανειακή. Στην πραγματικότητα, όμως, λειτουργεί ως αντανάκλαση μιας βαθύτερης κοινωνικής έντασης: της απόστασης που πολλοί πολίτες νιώθουν ότι τους χωρίζει από τους κύκλους ισχύος και προνομίων.
Το θέμα δεν είναι το κόσμημα που έλαβε από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και επιστέγασε την ένωσή τους, αλλά τι εκπροσωπεί στα μάτια μιας κοινωνίας που παλεύει με ακρίβεια, ανισότητες και πολιτική δυσπιστία.
Βέβαια δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται και η αλήθεια ότι η Σάκκαρη και ο γιος του πρωθυπουργού δεν είναι πολιτικά πρόσωπα. Δεν εκλέχθηκαν από τον ελληνικό λαό, δεν κυβερνούν την χώρα, δεν χαράσσουν πολιτική. Έχουν κάθε δικαίωμα στην προσωπική τους ευτυχία χωρίς αυτή να μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό εργαλείο ή σύμβολο. Όμως, όταν βρίσκεσαι τόσο ψηλά όσο είναι η Μαρία Σάκκαρη και αρραβωνιάζεσαι με ένα πρόσωπο που συνδέεται άμεσα με την πολιτική εξουσία, όσο άδικο και αν είναι, είτε το επιδιώκεις, είτε όχι, κάθε βήμα σου αποκτάει πολλαπλές αναγνώσεις…
Ίσως, στην προκειμένη περίπτωση το πραγματικό ζητούμενο να μην είναι ο αρραβώνας αυτός καθαυτός. Αλλά το πώς εμείς, ως κοινωνία, επιλέγουμε να βλέπουμε τη σχέση ανάμεσα στη δόξα, την εξουσία και την εικόνα. Και αν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το ανθρώπινο από το πολιτικό, χωρίς να τα ισοπεδώνουμε όλα στο ίδιο πεδίο.
Γιατί η Μαρία Σάκκαρη θα συνεχίσει να κρίνεται για τα χτυπήματά της στο κορτ, για τα μεγάλα ματς, για τις μεγάλες επιδόσεις…
Το αν εμείς θα κρίνουμε με την ίδια ωριμότητα τη δημόσια συζήτηση γύρω της, είναι ένα στοίχημα που αφορά αποκλειστικά εμάς.
