Quantcast
Follow Us

Η εποχή των μεγάλων εξόδων και των μικρών αποδόσεων

Ίλιγγο προκαλούν τα λεφτά που έχει ξοδέψει ο Παναθηναϊκός σε παίχτες και προπονητές την τελευταία τριετία δίχως πραγματικό αντίκρισμα

07/02/2026 16:07

Ο Παναθηναϊκός της τελευταίας τριετίας ζει μια από τις πιο παράδοξες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας του. Ποτέ άλλοτε στα ελληνικά ποδοσφαιρικά δεδομένα, δεν υπήρξε τόσο έντονη και συνεχής οικονομική υπέρβαση χωρίς την αντίστοιχη, σταθερή αγωνιστική κυριαρχία. Τα ποσά που έχουν διατεθεί για μεταγραφές, μισθούς και προπονητές είναι πρωτόγνωρα. Το αγωνιστικό αποτέλεσμα, όμως, παραμένει κατώτερο των προσδοκιών που γεννά μια τέτοια επένδυση.

Από το καλοκαίρι του 2023 μέχρι σήμερα, ο Παναθηναϊκός έχει δαπανήσει περισσότερα από 50 εκατομμύρια ευρώ μόνο σε μεταγραφές. Σε αυτά δεν περιλαμβάνονται πλήρως τα συμβόλαια, τα μπόνους και τα κόστη των προπονητικών επιτελείων. Το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα είναι σαφώς μεγαλύτερο. Παρ’ όλα αυτά, η ομάδα δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει έναν σταθερό κορμό, μια ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα και μια διάρκεια που να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «ομάδα πρωταθλητισμού» με όρους συνέπειας.

Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι αυτή ενός συλλόγου που χτίζεται με υπομονή. Είναι η εικόνα μιας ομάδας που αναδομείται διαρκώς, σχεδόν εμμονικά, κάθε καλοκαίρι και κάθε χειμώνα, με συνεχείς αλλαγές προσώπων, φιλοσοφιών και αγωνιστικών προσανατολισμών.

Μεταγραφές δίχως σταθερό κορμό

Στο μεταγραφικό πεδίο, τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά. Ο Παναθηναϊκός επένδυσε τεράτια ποσά σε παίκτες, παρόλα αυτά δεν κατάφερε να δημιουργήσει έναν κορμό που να παραμένει σταθερός στον χρόνο. Κάθε νέα σεζόν ξεκινά με την ανάγκη για νέα «επανεκκίνηση», με νέες προσθήκες, με νέες διορθώσεις, με νέα στοιχήματα.

Χαρακτηριστική είναι και η πεςρίπτωση  Τετέ, ο οποίος αγωνιστικά, δεν εξελίχθηκε ποτέ σε σημείο αναφοράς. Οικονομικά, η πώλησή του στη Γκρέμιο με 6,2 εκατ. ευρώ και ποσοστό μεταπώλησης 20% σημαίνει ότι η συγκεκριμένη κίνηση δεν ήταν ζημιογόνα σε λογιστικό επίπεδο. Αγωνιστικά, όμως, αποτελεί άλλη μία περίπτωση παίκτη που ήρθε με προσδοκίες, κόστισε σημαντικά και έφυγε χωρίς να αφήσει πραγματικό αποτύπωμα στο γήπεδο.

Παίχτης/Κόστος Αγοράς/Δανεισμού

Σαντίνο Αντίνο                         8,6 εκ. ευρώ
Αντριάνο Γιάγκουσιτς            5,2 εκ. ευρώ
Τετέ                                            5,75 εκ. ευρώ
Σιριές Ντέσερς                         4,63 εκ. ευρώ

Βισέντε Ταμπόρδα                  4,3 εκ. ευρώ
Τσιριβέγια                                 2,0 εκ. ευρώ
Κυριακόπουλος                        1,7 εκ. ευρώ
Πάντοβιτς                                 1,5 εκ. ευρώ
Τουμπά                                      0,8 εκ. ευρώ
Μπακασέτας                            1,0 εκ. ευρώ

Το καλοκαίρι των ρεκόρ και η ψευδαίσθηση της υπεροχής

Το καλοκαίρι του 2024 αποτέλεσε σημείο καμπής. Ο Παναθηναϊκός ξόδεψε περίπου 21 εκατομμύρια ευρώ σε αγορές, ενώ το συνολικό ποσό, αν συνυπολογιστούν δανεισμοί, νέα συμβόλαια και μπόνους, άγγιξε τα 32 εκατομμύρια ευρώ. Για τα ελληνικά δεδομένα, πρόκειται για αριθμούς που μέχρι πρότινος συναντούσε κανείς μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Αυτή η οικονομική υπέρβαση δημιούργησε την αίσθηση ότι ο Παναθηναϊκός «αγόρασε» πρωταθλητισμό. Στην πράξη, όμως, η υπεροχή αυτή δεν μεταφράστηκε ποτέ σε σταθερή αγωνιστική κυριαρχία. Η ομάδα δεν παρουσίασε συνέχεια, δεν επέβαλε διαρκώς τον ρυθμό της και δεν έδειξε ότι έχει οικοδομήσει ένα μοντέλο που αντέχει στον χρόνο.

Η υπερεπένδυση δημιούργησε περισσότερο την ψευδαίσθηση ισχύος, παρά την πραγματική, δομημένη ισχύ.

Μισθολόγιο επιπέδου… άλλης αγοράς

Ακόμη πιο βαριά είναι η εικόνα στο μισθολογικό κομμάτι. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ετήσια μισθολόγια της τάξης των 34 εκατομμυρίων ευρώ, που φθάνουν ακόμη και τα 39 εκατομμύρια ευρώ αν συνυπολογιστούν ανανεώσεις και μπόνους.

Πρόκειται για επίπεδα που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο στη Super League με παίκτες δίχως μεγάλη απόδοση και διάρκεια να βρίσκονται σε κλίμακες απολαβών άνω του 1,2 εκατ. ευρώ ετησίως.

Με απλά λόγια, ο Παναθηναϊκός πληρώνει ρόστερ πρωταθλητισμού ευρωπαϊκού επιπέδου για τα ελληνικά δεδομένα. Αυτό που δεν έχει, όμως, είναι ομάδα πρωταθλητισμού με σταθερότητα, διάρκεια και ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα.

Ο πάγκος ως καθρέφτης της αστάθειας

Αν οι μεταγραφές δείχνουν τη σπατάλη χωρίς δομή, οι αλλαγές στον πάγκο αποτυπώνουν τη στρατηγική σύγχυση. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ο Παναθηναϊκός άλλαξε διαδοχικά προπονητές με εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες: Ιβάν Γιοβάνοβιτς, Φατίχ Τερίμ, Χρήστος Κόντης, Αλόνσο και Ρουί Βιτόρια.

Κάθε αλλαγή σήμαινε νέα αγωνιστική λογική, νέες απαιτήσεις στο ρόστερ, νέες μεταγραφικές ανάγκες. Το ποδόσφαιρο του Γιοβάνοβιτς δεν έχει καμία σχέση με εκείνο του Τερίμ. Ο Αλόνσο κινήθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση από τον Ρουί Βιτόρια. Το αποτέλεσμα είναι μια ομάδα που προσπαθεί συνεχώς να προσαρμοστεί σε νέα μοντέλα, χωρίς να προλαβαίνει να εμπεδώσει κανένα.

Το οικονομικό κόστος είναι τεράστιο. Τα συμβόλαια των προπονητών βρίσκονται σε επίπεδα-ρεκόρ για το ελληνικό πρωτάθλημα. Ταλευταία μάλιστα, μ΄αυτό του Ράφα Μπενίτεθ κινήθηκε τίναξε την μπάνκα στον …αέρα αφού οι απολαβές του ισπανού τεχνικού για δύο χρόνοια συμβόλαιο αγγίζουν τα 8 εκατ. ευρώ- περίπου 4 εκατ. ευρώ καθαρά τον χρόνο.

Ο Γιοβάνοβιτς είχε συμβόλαιο 1,2–1,5 εκατ. ευρώ, ενώ ο Τερίμ άγγιζε τα 2,5 εκατ. ευρώ ετησίως.

Σε αυτά αν  προστεθούν αποζημιώσεις, συμβόλαια συνεργατών, αλλαγές staff και λοιπά έμμεσα κόστη, το συνολικό κόστος του πάγκου την τελευταία τριετία εκτιμάται ότι ξεπερνά άνετα τα 6–8 εκατομμύρια ευρώ.

Η σύγκριση που πονά

Η σύγκριση με τους βασικούς ανταγωνιστές είναι αναπόφευκτη. Ο Ολυμπιακός με τον Μεντιλίμπαρ και η ΑΕΚ με τον Νίκολιτς λειτουργούν με χαμηλότερα προπονητικά κόστη, μεγαλύτερη αγωνιστική συνέχεια και πιο ξεκάθαρη ταυτότητα. Δεν ξοδεύουν λιγότερα σε απόλυτους αριθμούς μόνο. Ξοδεύουν με πιο καθαρό σχέδιο.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα του Παναθηναϊκού: όχι ότι βάζει χρήματα, αλλά ότι δεν φαίνεται να έχει σταθερή στρατηγική για το πώς αυτά τα χρήματα μετατρέπονται σε ποδοσφαιρικό αποτέλεσμα.

Πολλά λεφτά, λίγη ομάδα

Ο Γιάννης Αλαφούζος έχει επενδύσει. Αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Μάλιστα, ενώ στις άλλες επιχειρήσεις του έχει τη φήμη ενός επειχειρηματία που δεν ξανίγεται εύκολα, στον Παναθηναίκό φαίνεται να είναι συνεχώς με το χέρι βαθιά στην τσέπη…  Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν μπήκαν χρήματα. Είναι αν αυτά τα χρήματα αξιοποιήθηκαν με τρόπο που να δημιουργεί υπεραξία στο γήπεδο.

Όταν αλλάζεις προπονητή σχεδόν κάθε χρόνο, όταν φέρνεις δεκάδες παίκτες, όταν αναδομείς συνεχώς το ρόστερ, τότε δεν χτίζεις. Ανακυκλώνεις. Και αυτή η ανακύκλωση κοστίζει. Κοστίζει οικονομικά και αγωνιστικά.

Ο Παναθηναϊκός σήμερα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι υστερεί σε οικονομική προσπάθεια. Υστερεί, όμως, σε δομή, σε συνέπεια και σε απόδοση επένδυσης. Πληρώνει σαν ομάδα κορυφής. Αποδίδει σαν ομάδα που ακόμη ψάχνει τον εαυτό της.

Και όσο αυτό το μοντέλο συνεχίζεται, κάθε καλοκαίρι θα μοιάζει με restart. Νέα λεφτά, νέες υποσχέσεις, νέες προσδοκίες. Και στο τέλος, το ίδιο ερώτημα: πού πήγαν όλα αυτά τα εκατομμύρια;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ